Μαΐ 102019
 

ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ(2); Για την κακοδαιμονία της Ελληνικής ζωής

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

» η μη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας σημαίνει

ότι άλλοτε η απώλεια εθνικών εδαφών»

desp1

Στην έρευνα της εφημερίδας «Ελευθερία» για την κακοδαιμονία της Ελληνικής ζωής  απαντά ο Κώστας Δεσποτόπουλος ο οποίος, το 1958, είναι 45 ετών και υφηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Οι απαντήσεις του, λόγος μεστός και κατανοητός, αποτελούν κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάλυση της κακοδαιμονίας της Ελλάδος, η οποία συνεχίζει να βασιλεύει σε βάρος του λαού, της πλειοψηφίας των κατοίκων. Κατάσταση που υποβαθμίζει το δημοκρατικό πολίτευμα, εμποδίζει την πρόοδο και περιορίζει την κυριαρχία της Χώρας.

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος διετέλεσε ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ κατά την Κατοχή. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε Υπουργός Παιδείας το 1989 και το 1990 αντίστοιχα στις σύντομες κυβερνήσεις Γρίβα και Ζολώτα. Τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1984 και πρόεδρός της το 1993. Συγγραφέας πολλών βιβλίων ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. 

Είναι και ο γηραιότερος (γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1913) εν ζωή πρώην υπουργός στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Η έρευνα σας ζητεί να προσδιορίσετε, κύριε Δεσποτόπουλε όσο καιριώτερα μπορείτε, την κατά την γνώμη σας πιο βασική κακοδαιμονία του Τόπου. Από τι κυρίως πάσχουμεκαι τι πρωτίστως μας λείπει; Γενικότερα: ζητείται η ανεπιφύλακτη και εντελώς προσωπική σας κρίση, πάνω στα «πρώτα» και τα «βασικά» της ζωής  και της πορείας του Τόπου.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η κύρια κακοδαιμονία του Ελληνικού Έθνους σήμερα είναι ότι δεν έχει λυθεί ακόμη το «κοινωνικό πρόβλημα».

Η κηδεμονία των ξένων και η επικράτηση της ολιγαρχίας στη διακυβέρνηση της χώρας, που επακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια, είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκλειστεί η θετική αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος, όπως άλλωστε και η ορθή λύση του  του πολιτικού προβλήματος. Ο Καποδίστριας είχε συλλάβει καίρια  το ελληνικό πρόβλημα και είχε στερεά θεμελειώσει και σχεδιάσει την  πολιτική αυτοτέλεια του Έθνους, και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και τη δημοκρατική αναδιάρθρωση της κοινωνίας, με την καταπολέμηση και τη διάλυση της φεουδαρχίας, με τη διανομή των εθνικών γαιών  στους ακτήμονες, με τη διάδοση της παιδείας σε ολόκληρο το λαό. Έκτοτε, δεν μπόρεσε ποτέ η  πολιτική ηγεσία του Έθνους να παρουσιάσει  μια συνθετική σύλληψη, που να καλύπτει και τις υλικές προυποθέσεις της ζωής του  και τον αξιολογικό προσανατολισμό του πολιτισμού του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Αποκλειστικά, δηλαδή, στην Έλλειψη ηγετών αποδίδετε την κακοδαιμονία μας;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι αποκλειστικά, αυτό το προέταξα μόνο. Παρεβλήθηκαν και οι πόλεμοι, μάλιστα οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, και έπειτα ο εμφύλιος πόλεμος, και έφεραν απότομες αναστατώσεις και μεγάλα δεινά στο λαό και στην  χώρα. Και έτσι, ακόμα και σήμερα, η ζωή του Έθνους αποτελεί ένα συνονθύλεμα καταστάσεων και εκδηλώσεων , με ωρισμένες άξιες πραγματοποιήσεις επεισοδιακές όμως προ πάντων  και χωρίς σύστημα, με παραλείψεις και ελλείψεις τεράστιες με αγαθές κάποτε προθέσεις, χωρίς όμως συνέπεια και συνέχεια, με ολέθριες συχνά διαθέσεις, αντιδραστικές για την ανάπλαση του λαού και του πολιτισμού.

ΕΡ.: Και γενεσιουργό αιτία όλων αυτών θεωρείτε την μη επίλυση ακόμη του «κοινωνικού προβλήματος»; Μήπως στον προσδιορισμό «κοινωνικό» δίνετε μια ευρύτητα κ’ ένα βάθος που δεν τα έχει; Μήπως στο «κοινωνικό» φορτώνετε περισσότερα απ’ όσα μπορεί να σηκώσει;

 

ΑΠ.: Αν είχε αντιμετωπισθεί το κοινωνικό πρόβλημα κάπως θετικά, ώστε να μη σπαράσσεται σήμερα το Έθνος από κοινωνικές αντιθέσεις οξύτατες, τότε, πιστεύω, όχι μόνοδεν θα είχε υπάρξει ο πολυώδυνος εμφύλιος πόλεμος, αλλά θα είχε λείψει μια πρόσθετη κακοδαιμονία της ζωής του Έθνους, η έντονη δηλαδή εξάρτηση και σχεδόν υποτέλεια στους ξένους, από το 1941 και έκτοτε, όσο κι αν αυτή βρίσκεται αναμφίβολα σε κάποια συνάρτηση με τη διαμόρφωση των πολιτικών δυνάμεων  και αντιθέσεων στην οικουμενική ή και με την ειδικήν θέση της χώρας.

ΕΡ.: Θεωρείτε, δηλαδή, το κοινωνικό πρόβλημα ως κείμενο εις την βάση του προβλήματος της εθνικής μας ανεξαρτησίας; Αν δηλαδή «λυθεί» αυτό, τότε θα είμαστε «ανεξάρτητοι» πιά;

ΑΠ.:  Ο Ελληνικός λαός, αν είχε την εθνική του ενότητα, θα είχε κατορθώσει ν’ αποφύγει τις εξαρτήσεις από τους ξένους, τις ισοδύναμες σχεδόν με υποτέλεια. Ο λαός της Ελλάδος είναι τουλάχιστον ισάξιος πολιτικά με τους λαούς της Ελβετίας ή της Σουηδίας. Και έχει το Έθνος υποστεί ανυπολόγιστες ζημείες από την σιωπηρή αυτή ημιαπώλεια της ανεξαρτησίας του. Η εξάρτηση αυτή από τους ξένους ημπόδισε να προβληθεί έγκλαιρα και αποφασιστικά η διεκδίκηση π.χ. της Κύπρου, ιδιαίτερα σημαντική για την εθνική  ολοκλήρωση του ελληνισμού. Η ίδια όμως αυτή εξάρτηση από τους ξένους υπήρξε βλαπτικώτατη και για την οικονομία της Ελλάδας, εμποδίζοντας να συντελεσθεί η ραγδαία πρόσβαση της χώρας στην οικονομική της ανάπτυξη, σε μια εποχή μάλιστα, που η μη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας σημαίνει ότι άλλοτε η απώλεια εθνικών εδαφών.

ΕΡ.: Δηλαδή, αν μου επιτρέπετε: Θα είχαμε «ενότητα» αν είχαμε «λύσει» το «κοινωνικό πρόβλημα», και έχοντας «ενότητα», δε θα είχαμε υποτέλεια – αυτό δε λέτε;… Μη έχοντας δε υποτέλεια, θα είχαμε και «εθνική ολοκλήρωση», αλλά και οικονομία «ακμαία»- ναι;

ΑΠ.: Πιστεύω.

ΕΡ.: Ώστε η βασική κακοδαιμονία μας είναι…:

ΑΠ.: Το ότι δεν έχει λυθεί το κοινωνικό πρόβλημα!

ΕΡ.: Άμεσες δε εκδηλώσεις της;

desp3

ΑΠ.: Πρώτον: Ότι οι ηγετικές θέσεις της πολιτικής ή των άλλων σπουδαίων τομέων της ζωής του Τόπου κατέχονται συχνά, όχι από τους αρίστους, αλλά  μάλλον από κάποιους τυχάρπαστους θα έλεγα, δηλαδή που έτυχε να αποκτήσουν  κάποια μόρφωση, όχι πάντοτε σύμφωνα με τα προσωπικά τους από τη φύση χαρίσματα, αλλά με την υποστήριξη ή και την εξώθηση της κοινωνικά προβλημένης οικογένειάς τους, και έπειτα πάλι έτυχε να ευνοηθούν  από εξωπροσωπικούς παράγοντες, ίσως  και με την κινητοποίηση των πιο ταπεινών  προσωπικών τους ικανοτήτων, για να καταλάβουν  μια υψηλή θέση. Ενώ, Δεύτερον: Χιλιάδες άλλοι άνθρωποι του Έθνους, προικισμένοι από τη φύση τους με εξαίρετα χαρίσματα, χάθηκαν από κάθε γενιά, και χάνονται, για τον εαυτό τους και για το Έθνος, εγκαταλελειμμένοι στη βαναυσότητα της ζωής, χωρίς να γνωρίσουν το φέγγος καν της παιδείας, όπως βρέθηκαν  σε οικογένειες και σε περιοχές αποκομμένες ακόμη και από τη θαλπωρή του πολιτισμού. Και ενώ, Τρίτον:  Κάποιοι άλλοι άνθρωποι του Έθνους, που με ηρωικό μόχθο ή με την αυτοθυσία της οικογενείας τους ή και με άλλες, αγαθές συγκυρίες, κατόρθωσαν να γευθούν ουσιαστικά την παιδεία, και ν’ αξιοποιήσουν  τον από τη φύση προικισμό τους, και να πλάσουν μια προσωπικότητα με πολύτιμες ικανότητες, προσκρούουν πολύ συχνά στο πλέγμα της φαυλοκρατίας, το υφασμένο με τον ύπουλο φθόνο και την αθέμιτη εύνοια, και συνυφασμένο με τις αντιδραστικές δυνάμεις της κοινωνίας, και έτσι μένουν αχρησιμοποίητοι και αυτοί, και χάνονται σε μέγα βαθμό για το Έθνος.

Και η Χώρα που υπήρξε άλλοτε κατ’ εξοχήν εύανδρος, και γέννησε ποιητές  και φιλοσόφους και πολιτικούς, μοναδικούς  στην Ιστορία της ανθρωπότητας, εμφανίζεται σήμερα  να μαστίζεται από λειψανδρία τραγική, αντίθετα προς τουςπραγματικούς ανθρώπινους θησαυρούς της.  Και από μια δεινή χλεύη της Ιστορίας, στη Χώρα που γεννήθηκε η Δημοκρατία, και προβλήθηκε ιδεολογικά στην αληθινή κοινωνική σημασία της, σαν το πολίτευμα της Κυριαρχίας του Λαού και συνάμα της γνήσιας Αριστοκρατίας – με την ανάδειξη δηλαδή των αρίστων από τους κόλπους του λαού και στην υπηρεσία του λαού, με την επιβράβευση έτσι και και την αξιοποίηση της αριστείας – υπάρχει σήμερα, και διασύρει το όνομα της Δημοκρατίας, μια ημιολιγαρχία κοινωνική, με κιβδειλία της αριστείας, με υποκρισία δημοκρατίας!

ΕΡ.: Αυτά ως προς την «ελίτ», να πούμε του Τόπου. Και ως προς τις ευρύτερες μάζες του λαού;

 

ΑΠ.: Είναι πασίγνωση η εγκατάλειψη της πλειονότητας σχεδόν του ελληνικού λαού σε υποβίωση, όπως και πολλών περιοχών της Χώρας σε μαρασμό. Συγκλονιστικός είναι ο επίσημος αριθμός των απόρων , και άρα εξαθλιωμένων Ελλήνων, ενώ εξοργιστική είναι η συσσώρευση παράλληλα πλούτου από ελάχιστες οικογένειες των πόλεων, και η υπερπολυτέλεια της ζωής τους. Προκλητική είναι η στίλβωση της πρωτεύουσας και της περιοχής της, με αντιπαραγωγικές αναλώσεις κεφαλαίων από ιδιώτες και από το κράτος. Με την εθνική αυτή ασωτεία και μωρία, η πρωτεύουσα με την ωραία θέση και φύση, εκτός από την κακοποίησή της πολεοδομικά, έγινε προ πάντων άγονο απομυζητικό ταμείο της οικονομικής ικμάδας των κατοίκων των επαρχιών και του έξου ελληνισμού. Έτσι όμως και ενισχύθηκε στην διαλυτική ακτινοβολία της, προς την εγκαταλελειμμένη άλλωστε ελληνική ύπαιθρο, ώστε να ελκύσειπιο έντονα τους κατοίκους της και να τους αποκτάει εξαθλιωμένους ή αντιπαραγωγικούς μετοίκους, και έτσι να επιτείνει την ανθρώπινη και πολιτιστική αποψίλωση της υπαίθρου, με αποτέλεσμα την όξυνση της δημογραφικής ανισορροπίας της Χώρας.
Εξ άλλου, σε μια περίοδο της Ιστορίας, που έχει έμβλημα την υπερραγδαία οικονομική ανάπτυξη, η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος συντελείται  με βραδύτατο ρυθμό, ή και με  παλαιωμένες μορφές, παρουσιάζει δηλαδή καθυστέρηση ολέθρια και για το παρόν και για το μέλλον του Έθνους. Και το εθνικό εισόδημα παραμένει ακόμη σε χαμηλή στάθμη, και άρα, με τη χείριστη μάλιστα διανομή του, καταδικάζει το λαό της Ελλάδος σε μια ζωή δύσκολη, άχαρη, τελματική. Η ανεργία είτε η υποαπασχόληση χαρακτηρίζουν και επιτείνουν την οικονομική υποτονία της χώρας και τη βιοτική υποτονία του λαού. Οι νέοι προπάντων ζουν έντονα το οικονομικό άγχος, καθώςεναγώνια ζητούν – και είναι άδηλο, αν και πότα θα βρουν – μια όποια βιοποριστική εργασία. Και αυτά, ενώ το έδαφος και το υπέδαφος και το κλίμα της χώρας, με τη σημερινή μάλιστα μεγαλοδύναμη τεχνική, μπορούν να εξασφαλίσουν άνθηση της οικονομίας και ευμάρεια ζωής  σε πολύ υψηλή στάθμη. Πρέπει όμως να μη αφαδάζει η δημόσια οικονομία  της Χώρας με με συνθλιπτικές στρατιωτικές δαπάνες, και οι πόροιτης Χώρας να μη διασπαθίζωνται αλόγιστα, αλλά να τοποθετούνται σε γενναίες παραγωγικές επνδύσεις , αποφασισμένες με σύστημα, στηριγμένο σε μια σύλληψη συνθετική των δυνατοτήτων  και των αξιών  και των αναγκών της ζωής του Έθνους, και συνάμα, σε μια θεώρηση δυναμική της σημερινής  αποχαλινωμένης τεχνικής, όπως και σε μια συνεκτίμηση των πολλαπλών απόψεων της οικονομίας, και ιδιαίτερα του προσωπικού παράγοντα, όπου μεγάλη απόδοση έχει η εύστοχη εκπαίδευση.
ΕΡ.: Άρα Π α ι δ ε ί α  δηλαδή και πάλι είν’ η βάσις;

 

ΑΠ.: Παιδεία, βεβαίως! Αλλά προτού φτάσουμε σ’ αυτην, προϋπόθεση πρώτη είναι και σήμερα η ύπαρξη πολιτικής ηγεσίας με ικανότητες και με αφοσίωση για την εκπλήρωση της αποστολής της! Σήμερα όμως οι περισσότεροι πολιτευόμενοι της Χώρας, και προπάντων οι προσκολλημένοι στις εκάστοτε κυβερνητικές παρατάξεις, είναι άνθρωποι δίχως πνευματικότητα, αφιλόσοφητοι, ή και ανιστόρητοι, και δίχως ηθικό πάθος, κοινοί επαγγελματίες σχεδόν. Είναι άλλωστε μια κατάσταση οργανικά συναρτημένη με την άθλια κοινωνική ΄ρθρωση της Χώρας, και μό σήμερα πολύ πιο έντονη από άλλοτε. Και έτσι, οι Επαγγελματίες αυτοί πολιτικοί είναι κατά κανόνα γυμνωμένοι από υψηλά ιδανικά, μοιραία σχεδόν προσδεμένοι στο φαύλο κύκλο της μέριμνας για την επανεκλογή, με αποτέλεσμα την καθημερινή ψυχική τριβή και την έλλειψη συνάμα χρόνου για μελέτη και πνευματική περισυλλογή, κάτι ολέθριο για όσους είχαν προδιάθεση δημιουργική, αλλά και για την υπηρέτηση της Χώρας.
Και οι ελάχιστοι πολιτευτές, όσοι περισώζουν ηθική δόνηση και πνευματική έξαρση, αισθάνονται απίθανοι και μάταιοι, έτσι που σπάνια μόνον προβάλλουν  σαν παράγοντες ενεργοί της πολιτικής ζωής. Εξ άλλου, δυνάμεις απρόσωπες, η καιπρόσωπα ανεύθυνα, και συνθήματα και ψυχώσεις , υποκαθιστούν κατά κανόνα τις πολιτικές προσωπικότητες και προδδιορίζουν την εξέλιξη της πολιτικής ζωής.
Αλλά και ο κρατικός μηχανισμός σήμερα, όσο κι αν περιέχει αρκετούς υπαλλήλους με συνείδηση αποστολής και με αυταπάρνηση και με ικανότητες, συνολικά ούτε ανταποκρίνεται όσο θα έπρεπε στην αποστολή του, από την άποψη της προσαρμογής ιδιαίτερα στις πρωτόφαντες προοπτικές του σημερινού ρυθμού  της ζωής, ούτε και είναι ανεπηρέαστος από την κακοδαιμονία καθόλου της Χώρας, και προπάντων από την οικονομική δυστυχία της, εκφρασμένη με τους γλίσχρους, εξαθλιωτικούς, εξουθενωτικούς μισθούς!
Κατ’ εξοχήν απογοητευτικός είναι ο βαθμός της φροντίδας του κράτους για την Παιδεία. Ήδη οι μισθοί των εκπαιδευτικών λειτουργών, προγράφουν το έργο της Παιδείας!… Ο εκπαιδευτικός λειτουργός έχει να πλάσει ψυχές, να μεταλαμπαδεύσει πνεύμα, να συντηρήσει τον πολιτισμό, άρα χρειάζεται και προικισμό εξαίρετο, και αμείωτο ενθουσιασμό! Το κράτος όμως σήμερα έχει κατορθώσει ώστε ο μισθός του μεγάλου πλήθους των εκπαιδευτικών  λειτουργών να είναι το υποδεκαπλάσιο του μισθού των Βουλευτών. Πως λοιπόν θα προσέλθουν στην Εκπαίδευση, για να γίνουν λειτουργοί της, και να καταδικαστθούν προγραμματικά σε φυτοζωία οικονομική, άνθρωποι με εξαίρετο προικισμό; Και πως θα διατηρήσουν αμείωτο ενθουσιασμό αυτοί που ασκούν το λειτούργημα της Παιδείας, όταν φυτοζωούν με τον εξευτελιστικό μισθό;
ΕΡ.: Ζήτημα μισθών των εκπαιδευτικών μας είναι το θέμα της χειρίστης ποιότητος της Παιδείας μας;… Δεν προτιμάτε να το αντιμετωπίσετε κατά βάσιν; Τι μισθούς είχαν οι παπάδες κ’ οι δάσκαλοι του Κρυφού Σκολειού της τουρκοκρατίας; Ή δεν ίσχυε τότε ως «πρώτιστος» ο παράγων του ¨οικονομικού προσδιορισμού»;… Βασικώτερα πως έχει η Παιδεία σήμερα;

desp4

ΑΠ.: Βιάζεσθε. Δεν ωλοκλήρωσα την έκφραση της γνώμης μου. Η «καθολική εκπαίδευση» παραμένει υποχρεωτική μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα όμως είναι ανέφικτη για μέγα τμήμα της νεολαίας, που βρίσκεται σε περιοχές και σε οικογένειες βυθισμένες στην ανέχεια ή το σκοταδισμό. Η αντίστοιχη «κρατική μέριμνα» εξαντλήθηκε σχεδόν στην τυπική διάταξη του Συντάγματος.
Το πρόγραμμα της Παιδείας μας εκδηλώνει έντονα την αβελτηρία του κράτους.  Η σημερινή τεχνολογική κοσμογονία δεν άσκησε ακόμη καμιά ανανεωτική επίδραση στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρόγραμμα, διαμορφωμένο βασικά στο ΙΘ’ (19ο) αιώνα κ’ ελάχιστα αναπροσαρμοσμένο πριν τρεις δεκαετίες και περισσότερο. Είναι άλλωστε αμφίβολο αν μπορεί το κράτος να επιτελέσει μια εύστοχη προς την κατεύθυνση αυτή αναπροσαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος, όταν δεν κατορθώνει εύστοχα να σχεδιάσει την οικονομική ανάπτυξη  της Χώρας.
Και η «ανθρωπιστική» όμως επιδίωξη της Παιδείας αναντικατάστατη και πολύτιμη όσο ποτέ, δεν κατορθώνεται σήμερα  να εκπληρωθεί ικανοποιητικά. Και η μέθοδος ίσως λείπει, και τα βοηθήματα δεν υπάρχουν, και το προσωπικό υστερεί αναμφίβολα με την εγκατάλειψη από το κράτος.
ΕΡ.: Θ’ αρκούσε δηλαδή η «μέθοδος» (που υπήρχε – ή όχι;) και τα «βοηθήματα» (που επίσης είχαν υπάρξει), και η μη εγκατάλειψη των εκπαιδευτικών  από το κράτος , για να παν όλα καλά;
ΑΠ.: Το καίριο ελάττωμα του εκπαιδευτικού μας προγράμματος είναι η έλλειψη αξιολογικού προσανατολισμού και μιας ιεραρχίας αξιών  και αναγκών, που να προσδιορίσει την εκλογή των μαθημάτων και το βάρος του καθενός.
ΕΡ.: Δεν ξέρουμε τι ζητάμε, δηλαδή, από τους νέους μας, αλλά ούτε και τι τους δίδουμε – ή δεν κατάλαβα καλά;

ΑΠ.: Ας ολοκληρώσω… Στον περασμένο αιώνα [ΣΣ εννοεί τον 19ο], και στις αρχές τούτου [ΣΣ τον 20ο], υπήρχε η αόριστη νοσταλγία  προς την κλασσικήν Ελλάδα, και η αόριστη ευλάβεια προς το νεοελληνικό πολιτισμό, αλλά και η συγκεκριμένη προοπτική να διπλασιασθούν οι νέοι του Έθνους σε ηρωικούς στρατιώτες για την απολύτρωση των υπόδουλων αδελφών, σύμφωνα με τη Μεγάλη Ιδέα του Γένους. Σήμερα υπάρχει κενό ιδεολογικό, αλλά και αξιολογική ασυναρτησία!
ΕΡ.: Μόνο στην Παιδεία μας αυτό;

desp5

ΑΠ.: Όχι βέβαια. Η αξιολογική ασυναρτησία χαρακτηρίζει ολόκληρο τον πολιτισμό του Έθνους. Θόρυβος πολύς γίνεται, και με τις αντίστοιχες δαπάνες, για εκδηλώσεις υποπνευματικές, προπάντων όσες υπηρετούν άμεσα τη χλιδή και τρυφή της ζωής. Εκθέσεις καλλιτεχνών ή ψευδοκαλλιτεχνών, διακοσμήσεις, εορτές, χορευτικές επιδείξεις, ποικίλες προσμίξεις κοσμηκότητας και τέχνης, προπάντων απομιμήσεις του συρμού των ευρωπαΐκών μεγαλουπόλεων, απασχολούν το ερύ «καλλιεργημένο» κοινό, τις εφημερίδες [ΣΣ απουσιάζει αναφορά στην τηλεόραση γιατί το 1958 δεν υπήρχε], και συχνά και το κράτος, σα να είναι παλλάδια του εθνικού πολιτισμού. Ολόκληρες σελίδες των εφημερίδων γεμίζουν από φλυαρίες γύρω από το θέατρο και τον κινηματογράφο και σχεδόν καθημερινά ασχολούνται με τις γεωγραφικές μετακινήσειςκάποιας υποκαλλιτεχνίδος του θεάτρου. Και οι σοβαρές εκδηλώσεις του πνεύματος έχουν τεθεί στο περιθώριο. Επιστημονικά επιτεύγματα σπουδαιότατα, παραμένουν απαρατήρητα. Εξ άλλου, φύρδην – μίγδην κυκλοφορούν μεταφράσεις είτε «εκλαϊκεύσεις»  επιστημονικών έργων, άλλοτε από εκδότες ευσυνείδητους, με επίγνωση της σημασίας μιας τέτοιας προσφοράς, άλλοτε δίχως σεβασμό της ιεραρχίας των επιστημονικών θεμάτων και δίχως ευθύνη για τις συνέπειες της ημιμάθειας του κοινού.
Και δεν υπάρχουν καν περιοδικά, όργανα πραγματικά του πολιτισμού, που να αξιολογούν  και να ελέγχουν και να ιεραρχούν τις πνευματικές εκδηλώσεις αντικειμενικά, ώστε να μορφώνουν κάπως μια κοινωνική συνείδηση, για τα έργα και τα πρόσωπα και τις προσπάθειες και τις επιτεύξεις και τις προσδοκίες, ή τους κινδύνους του πολιτισμού.
ΕΡ.: Πύργο Βαβέλ θυμίζουν όλ’ αυτά…

ΑΠ.: Ακριβώς! Ασυναρτησία!…  Και μπαραμένει στην ένδοξη άλλοτε χώρα, ο λαός μόνο, ηρωικός, αδάμαστος, αδιάφθορος, αναπογοήτευτος, με αστείρευτο δυναμισμό και με ακμαίο φρόνημα καρτερικά προσηλωμένος στην καθημερινή εργασία του, όρθιος στην έπαλξη της εθνικής αξιοπρέπειας και αυτεμπιστοσύνης!

Μαΐ 082019
 

ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ(1); Για την κακοδαιμονία της Ελληνικής ζωής
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
«Ο Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος»

eliths

Στην μεγάλη έρευνα της εφημερίδας «Ελευθερία» που επιμελείται ο Ρένος Αποστολίδης η πρώτη συνέντευξη είναι με τον Οδυσσέα Ελύτη ο οποίος είναι 47 ετών το 1958 και η ιδιότητά του είναι ποιητής και κριτικός. Οι διαπιστώσεις του για την κακοδαιμονία της Ελληνικής ζωής είναι διαχρονικές. Πολιτικά μιλάει, ο βραβευθείς και με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θέσεις πρωτοπόρες και εφαρμόσιμες, προσφέροντας λύση στο διαχρονικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Οι απαντήσεις, για τα προβλήματα της Ελλάδας, του Οδυσσέα Ελύτη φανερώνουν τους κατώτερους των περιστάσεων ανθρώπους που επιλέξαμε, ως λαός, να υπηρετήσουν τα κοινά της πατρίδας, είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση!. Συνέντευξη που προβληματίζει και επηρεάζει την πολιτική σκέψη του καθενός μας… Εξαιρετικό ανάγνωσμα για την νέα γενιά να αντιληφθεί με διαφορετικό τρόπο τα πολιτικά θέματα από αυτόν που μαζικά της προσφέρουν για να την αποπροσανατολίσουν.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ζητείται η γνώμη σας, κύριε Ελύτη , η εντελώς ανεπιφύλακτη και αδέσμευτη, επάνω σε ότι θεωρείτε ως την πιο κεφαλαιώδη κακοδαιμονία του τόπου. Από τι κυρίως πάσχουμε και τι πρωτίστως μας λείπει; Ποια θα ονομάζατε «πρώτη μάστιγα» της νεοελληνικής ζωής;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από τι πάσχομε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: Από μια μόνιμο, πλήρη, και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Α! Αρχίσαμε!… Μόνιμος , πλήρης και κακοήθης ασυμφωνία!…
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Βεβαίως! Αλλά αφήστε με να συνεχίσω: Αυτή η ασυμφωνία δεν είναι μια συγκεκριμένη κακοδαιμονία, είναι όμως μια αιτία που εξηγεί όλες τις κακοδαιμονίες, μικρές και μεγάλες, του τόπου αυτού. Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανένας ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή και γενικότερα των αντιλήψεων των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του. Η φωνή του Μακρυγιάννη δεν έχει χάσει, ούτε σήμερα ακόμη, την επικαιρότητά της.
Σημειώστε ότι δεν βλέπω το πρόβλημα από την αποκλειστική κοινωνική του πλευρά, ούτε κάνω δημοκοπία (λαϊκισμός).

ΕΡΩΤΗΣΗ: Δημοκοπία ασφαλώς όχι. Πολιτική όμως ναι. Το εντοπίζετε δηλαδή κυρίως μέσα στο χώρο της πολιτικής – ή κάνω λάθος; Στο κέντρο μάλιστα του δικού της χώρου. Εκεί μας πάει το πρόβλημα που θέτατε, των σχέσεων μεταξύ λαού και ηγεσίας.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Μα ναι. Γιατί είναι βασικό, είναι «πρώτο» – κι ας είμαι ποιητής εγώ που το λέω, μακριά πάντα από την «πολιτική». Κοιτάξτε: ο λαός αυτός, κατά κανόνα εκλέγει την ηγεσία του. Και όμως: όταν αυτή αναλάβει την ευθύνη της εξουσίας – είτε την αριστοκρατία εκπροσωπεί, είτε την αστική τάξη, είτε το προλεταριάτο, κατά ένα μυστηριώδη τρόπο αποξενώνεται από τη βάση που την ανέδειξε, και ενεργεί σα να βρισκόταν στο Τέξας ή στο Ουζμπεκιστάν!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Στο Τέξας και στο Ουζμπεκιστάν; Ποιητικές χώρες!… Ή μήπως θέλετε να πείτε: «… Σα να βρισκόταν στη χώρα του εκάστοτε ρυθμιστικού «ξένου παράγοντος»; Του εκάστοτε ρυθμιστικού ¨ξένου παράγοντος»; Του εκάστοτε «προστάτου» μας»; Μήπως εκεί ακριβώς έγκειται το κακό;

Μπατσί Άνδρου 1955
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Το είπα με τρόπο, αλλά το θέλετε γυμνό. Και δεν έχω αντίρρηση να το ξαναπώ φανερά, και πιο έντονα: Ένας από τους κυριότερους παράγοντες των «παρεκκλίσεων» της ηγεσίας από το ήθος του λαού μας, είναι η εκ του αφανούς και εκ των έξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Αποτέλεσμα και αυτό της απώλειας του έρματος «παράδοσις». Αντιλαμβάνομαι ότι στην εποχή μας η αλληλεξάρτηση των εθνοτήτων είναι τόση, που η πολιτική δεν μπορεί ν’ αγνοήσει, ως ένα βαθμό, αυτό που θα λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Όμως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην «προσαρμοστική πολιτική» και στην δουλοπρέπεια! Αυτό είναι το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού λαού, το «τιμιώτατόν» του! Και αυτό του καταπατούν συνεχώς, κατά τον εξοργικώτερο τρόπο οι εκπρόσωποί του στην επίσημη διεθνή σκηνή!
ΕΡΩΤΗΣΗ: Κι ο «επίσημος» όρος της δουλοπρέπειας αυτής, κύριε Ελύτη; Μήπως είναι υποκριτικώτερος απ’ το «προσαρμοστική πολιτική»; Εξοργιστικότερος;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Ώστε , λοιπόν, ζητάτε «δικούς μας όρους αναπνοής»!

tiftaei2

Με τον Ανδρέα Εμπειρίκο στην Άνδρο το 1955
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πριν κλείσωμε, κύριε Ελύτη, τη συνέντευξη, κάτι που εθίξατε στην αρχή, το της παλαιάς, υγιούς κοινοτικής οργανώσεως του λαού μας, που έχει χαθεί πια, πως νομίζετε ότι θα μπορούσε ν’ αναβιώσει; Αν καταβάλλετο προσπάθεια προς ποια κατεύθυνση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σε μιαν αναβίωση αυθεντική δεν είναι δυνατόν πια να ελπίζουμε -αλλοίμονο! Εκατόν τριάντα και πλέον έτη αχρησίας, είναι αρκετά για να ατροφήσουν ακόμη και οι πλέον ζωντανοί θεσμοί. Ωστόσο υπάρχει τρόπος να πλησιάσουμε , με σωφροσύνη και μελέτη, στη λύση του προβλήματος, και αυτό σαφώς προς την πλευρά της αυτοδιοικήσεως, με την πιο αυστηρή της έννοια.
Δεν είμαι αρμόδιος βέβαια να σας προτείνω σχέδια. Θα ήθελα μόνο να κάνω δύο παρατηρήσεις: Η μία είναι, ότι κάθε απόπειρα προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να βασισθεί στη φυσική και ιστορική διαίρεση της χώρας σε μεγάλα διαμερίσματα , που είναι μια πραγματικότητα δοσμένη, και όχι θεωρητική της Γεωοικονομίας, όπως άκουσα να υποστηρίζεται από πολλούς. Θα είναι μεγάλο σφάλμα να παραγκωνισθούν οι ψυχολογικοί παράγοντες, από τους οποίους εξαρτάται πολλές φορές το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας. Η άλλη παρατήρηση είναι, ότι τα μεγάλα αυτά διαμερίσματα (μέσα στα Ελληνικά μέτρα πάντοτε) θα πρέπει να υποδιαιρεθούν σε πολλές μικρές μονάδες, στενώτερες και από την επαρχία, με αρχές δικές τους και με την δυνατότητα για κοινοπραξίες, προ πάντων σε ότι αφορά τη γεωργία. Γιατί ο πρώτος αντικειμενικός σκοπός είναι να λυτρωθεί ο πολίτης από το «ταμπού» της εξουσίας! Και θα λυτρωθεί μόνον αν έχει τρόπο να παρακολουθεί από κοντά, που και πως αξιοποιούνται οι θυσίες του, οικονομικές και άλλες, που σήμερα καταβροχθίζονται από ένα μακρινό και αόρατο Φάντασμα.