Ιαν 132016
 

Γιάννης Μαλταμπές

Ήδη από την εποχή του Μεσαίωνα η εισαγωγή των διδασκόντων και διδασκομένων στο πανεπιστήμιο αποτελούσε διαδικασία ανεξάρτητη από την κοινωνική προέλευση. Την εποχή του διαφωτισμού ο Rousseau με το Κοινωνικό Συμβόλαιο αναφέρεται στις ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση σε όλους όσοι είναι προικισμένοι ανεξάρτητα από κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των κρατών για την εκπαίδευση σε βαθμό που η δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση μαζικοποιείται και επαγγελματοποιείται γεγονός που συνοδεύεται από την αύξηση των πόρων και των κρατικών κονδυλίων για την έρευνα και την παιδεία και την αντιμετωπίζουν ως πηγλη πλούτου και ανάπτυξης των χωρών τους .

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου γίνεται βασική θέση διεθνών οργανισμών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ουνέσκο και κυρίως ο ΟΟΣΑ από το 1960 συστήνουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να αυξάνουν τις δαπάνες της εκπαίδευσης υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη επέρχεται όχι μόνο από το πραγματικό κεφάλαιο με τη μορφή εργαλείων και μηχανημάτων αλλά και από την αξιοποίηση της δράσης των ανθρώπων, η αποτελεσματικότητα των οποίων συναρτάται από την εκπαίδευση και κατάρτισή τους.

Διαδίδεται στη μεταπολεμική περίοδο στις ΗΠΑ και αποσκοπεί στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών όχι μόνο μέσω των γνωστών πηγών πλουτισμού (ευφορία της γης, υπέδαφος, πρώτες ύλες κ.λ.π.) αλλά και μέσω των διανοητικών ικανοτήτων των ατόμων, (γνώσεις και δεξιότητες), που αποτελούν μία νέα μορφή «κεφαλαίου», σημαντικότερη ίσως και πιο αποδοτική για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.

Η θεωρία, αυτή, που διαδόθηκε ευρύτατα, υποστηρίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη αλλά και η ίδια η επιβίωση των εθνών στο σύγχρονο κόσμο εξαρτάται από την ορθή και αποτελεσματική χρήση των διανοητικών πηγών πλούτου. Η επένδυση σε «ανθρώπινο κεφάλαιο» θα επιφέρει αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των εργαζομένων και κατ΄επέκταση οικονομική ανάπτυξη. Αντιθέτως η περιορισμένη μόρφωση του εργατικού δυναμικού και η μειωμένη φροντίδα της υγείας του αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες για την αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης. Συνεπώς όσο περισσότερες επενδύσεις γίνονται στην εκπαίδευση και στη δημόσια υγεία, για την εξασφάλιση της μόρφωσης και καλής υγείας των εργαζομένων τόσο περισσότερο αυξάνεται η παραγωγική ικανότητά τους και επομένως η ανάπτυξη του κράτους.

Οδηγήθηκε ο κόσμος σ΄ ένα γενικευμένο αίτημα για εξίσωση των εκπαιδευτικών ευκαιριών. Το εν λόγω αίτημα έδωσε το έναυσμα για έρευνα με στόχο τον εντοπισμό των ανισοτήτων στην εκπαίδευση και την εξάλειψή τους. Ύστερα από πολυάριθμες μελέτες το συμπέρασμα είναι ότι η άνιση επίδοση στο σχολείο δεν αφορά στις ικανότητες αλλά στη διαφορετική κοινωνική προέλευση των ατόμων και είναι κοινωνικά καθορισμένη, διατηρείται και μετά την άρση των οικονομικών και κοινωνικών εμποδίων όπως η προσφορά κτιρίων, δασκάλων και «δωρεάν παιδείας», ενώ η αξιολογική κλίμακα του σχολείου, μέσα από διαγωνισμούς και εξετάσεις, αναπαράγει την ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας.

Αναφορικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη σχολική αποτυχία διαπιστώθηκε ότι η επίδοση των μαθητών εμφανίζει άμεση εξάρτηση με την κοινωνική κατηγορία στην οποία ανήκει η οικογένεια των μαθητών.

Στην Ελλάδα η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου επηρέασε σημαντικά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 και συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Ειδικότερα στην εισηγητική έκθεση του νομοθετικού διατάγματος (ν.δ.) 3971 για τη γενική, τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση η μία από τις δύο βασικές αρχές που το διέπουν αφορά «… προσφορά των αγαθών της ανθρωπιστικής παιδείας εις όσο το δυνατόν ευρύτερα στρώματα του λαού», τα οποία ήταν προνόμια των λίγων. Η δεύτερη αρχή, που συνδέεται με την προηγούμενη, αφορά στην οργάνωση «… της επαγγελματικής και τεχνικής παιδείας προς κάλυψη της ανάγκης της ταχείας και εντόνου τεχνολογικής προόδου».

Μέχρι και την «ανακάλυψη» της κοινωνικής ανισότητας, η σχολική αποτυχία θεωρείτο συνέπεια της μικρότερης διανοητικής ικανότητας που έχουν ορισμένα άτομα έναντι άλλων. Για τον κοινωνικό καθορισμό της σχολικής επίδοσης χρειάστηκε η γενίκευση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και η τεράστια αύξηση των σπουδαστών και διπλωματούχων στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, ώστε να διαπιστωθεί ότι η επιστήμη της κοινωνιολογίας και όχι η ψυχολογία δύναται να αποδώσει τους παράγοντες που επηρεάζουν τη σχολική επίδοση (επιτυχίας ή αποτυχίας) των μαθητών. Έτσι με την «ανακάλυψη» της κοινωνικής ανισότητας, που αναπαράγει το «σχολείο της ισότητας», η μελέτη της σχολικής αποτυχίας έγινε αντικείμενο έρευνας της κοινωνιολογίας.

Όπως δείχνουν οι αριθμοί η σχολική εκπαίδευση διενεργείται με άνισο τρόπο πάνω στα άτομα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Για παράδειγμα το παιδί ενός ανώτερου στελέχους έχει 80 φορές περισσότερες πιθανότητες να μπει στο πανεπιστήμιο από το παιδί ενός αγρότη, σαράντα φορές περισσότερες από το γιο ενός εργάτη και δύο φορές περισσότερες πιθανότητες από το παιδί ενός μεσαίου στελέχους. Ενώ οι υψηλότεροι εκπαιδευτικοί θεσμοί έχουν αριστοκρατικότερη σύνθεση.

Σύμφωνα με έρευνες υπεύθυνη για την πρωταρχική ανισότητα των παιδιών στη σχολική δοκιμασία είναι η μορφωτική κληρονομιά που διαφέρει από τη μία κοινωνική τάξη στην άλλη. Με την έννοια μορφωτική κληρονομιά νοείται το μορφωτικό κεφάλαιο, ένα ορισμένο έθος (σύστημα αξιών έμμεσων και βαθιά εσωτερικευμένων που συμβάλλει μεταξύ άλλων στον καθορισμό της συμπεριφοράς του παιδιού τόσο απέναντι στο μορφωτικό κεφάλαιο όσο και απέναντι στο σχολικό θεσμό) που κάθε οικογένεια μεταβιβάζει στα παιδιά της. Επιπροσθέτως παράγοντας που συντείνει στην ανισότητα των παιδιών στην εκπαίδευση θεωρείται και ο τόπος κατοικίας σε συνάρτηση με την επαγγελματική κατηγορία του πατέρα.

Στα ανωτέρω θα πρέπει να προστεθεί και η ανισότητα στην πληροφόρηση. Τα παιδιά που προέρχονται από ένα προνομιούχο περιβάλλον κληρονομούν επιπλέον γνώσεις και δεξιότητες, καλαισθησία, καλό γούστο που καλλιεργούνται επιπρόσθετα με την επίσκεψή τους σε θέατρα, μουσεία, κοντσέρτα. Η ανισότητα στην πληροφόρηση οδηγεί στην άνιση μετάδοση της «ελεύθερης» μόρφωσης.

Στην Ελλάδα, οι οικονομικές μεταβολές που συντελέστηκαν τη μεταπολεμική περίοδο, μετασχημάτισαν τη σχέση ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Παρά τις προσπάθειες των κοινωνικών υποκειμένων να διατηρήσουν ή ακόμα και να βελτιώσουν τη θέση τους στη δομή της κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης και παρά τον εκδημοκρατισμό του εκπαιδευτικού συστήματος και την έκρηξη της σχολικής φοίτησης που επέτρεπε μια ανοδική κοινωνική κινητικότητα σε ένα αρκετά μεγάλο τμήμα της μεσαίας τάξης, εντούτοις η κοινωνική ιεραρχία δεν μετασχηματίστηκε, ενώ πρόσφερε πλήρη τεχνική και συμβολική χρήση του σχολείου στις κυρίαρχες τάξεις ώστε να εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή τους και την νομιμοποίησή τους.

 Posted by at 12:26

Sorry, the comment form is closed at this time.